γαστρίον

γαστρίον, τό, Dim. of γαστήρ,
A paunch, SIG1002.9 (Milet., v/iv B. C.); sausage, Archestr.Fr.47, Com.Adesp.394, Milet.6.21 (v B. C.).
2 cake, made with σήσαμον (Cret.), EM221.45.
3 Dim. of

γάστρα 11

, Herm.in Phdr.p.202A.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαστρίον — paunch neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρίον — το βλ. γαστρί …   Dictionary of Greek

  • γαστρία — γαστρίον paunch neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρίοις — γαστρίον paunch neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρίων — γαστρίον paunch neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Α α — (άλφα) το πρώτο γράμμα τού ελληνικού αλφαβήτου. Το α ως πρόθεμα 1. στερητικό δηλώνει έλλειψη, στέρηση και γενικά το αντίθετο από ό,τι δηλώνει το β συνθετικό. Εμφανίζεται με τις εξής μορφές: α / ἀ αρχ. νεοελλ. προ συμφώνου, π.χ. ά γνωστος, ά κακος …   Dictionary of Greek

  • γαστρί — το (AM γαστρίον) [γαστήρ] νεοελλ. γλαστράκι, συνήθως σταμνί τού οποίου έσπασε το επάνω μέρος μσν. κάθε μεταλλικό έλασμα πανοπλίας στο μέρος τής κοιλιάς αρχ. 1. είδος αλλαντικού 2. γλύκισμα με σουσάμι …   Dictionary of Greek

  • δαυλί — το 1. μικρός δαυλός 2. φρ. «ξύλα, κούτσουρα, δαυλιά καμένα» για όσους μιλούν ασυνάρτητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < *δαυλίον, υποκοριστικό τού μσν. δαυλός (πρβλ. γαστρίον γαστρί, δαυκίον δαυκί, καρφίον καρφί] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.